| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.771.007.244 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παιδιατρικός |
0,03 sec. |
|
παιδιατρικός pédiatrique επίθ α / θ / ουδ παιδιατρικός, παιδιατρική, παιδιατρικό [peðiatri'kos, peðiatri'ci, peðiatri'ko] σχετικός με την παιδιατρική pédiatrique παιδιατρική κλινική une clinique pédiatrique ουσ θ παιδιατρική κλάδος της ιατρικής που ασχολείται με την υγεία βρεφών και παιδιών pédiatrie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|