Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.630.607 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

παιχνιδιάρικος

0,02 sec.
παιχνιδιάρικος frisky, playful
παιχνιδιάρικος لعوب
παιχνιδιάρικος čtverácký
παιχνιδιάρικος munter
παιχνιδιάρικος verspielt
παιχνιδιάρικος juguetón
παιχνιδιάρικος leikkisä
παιχνιδιάρικος joueur
παιχνιδιάρικος zaigran
παιχνιδιάρικος scherzoso
παιχνιδιάρικος 陽気な
παιχνιδιάρικος 재미있는
παιχνιδιάρικος speels
παιχνιδιάρικος leken
παιχνιδιάρικος figlarny
παιχνιδιάρικος brincalhão
παιχνιδιάρικος игривый
παιχνιδιάρικος lekfull
παιχνιδιάρικος ชอบเล่นสนุกสนาน
παιχνιδιάρικος oyuncu
παιχνιδιάρικος hay vui đùa
παιχνιδιάρικος 好玩的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.