| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.673.998 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παλιομοδίτικος |
0,01 sec. |
|
παλιομοδίτικος démodé, vieux jeu دقة قديمة staromódní gammeldags altmodisch old-fashioned anticuado vanhanaikainen staromodan antiquato 時代遅れの 구식의 ouderwets gammeldags staromodny antiquado старомодный gammalmodig สมัยเก่า eski moda lỗi thời 过时的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|