| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.287.893 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παλιόπαιδο |
0,01 sec. |
|
παλιόπαιδο طفل مزعج spratek møgunge Balg brat mocoso kakara gamin derište monello 悪がき 꼬마 snotaap drittunge bachor criança mimada плохо воспитанный ребенок snorvalp คนเลว velet trẻ ranh 乳臭未干的小孩 ουσ ουδ παλιόπαιδο [pa'ʎopeðo] παιδί που κάνει αταξίες canaille; petit voyou Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|