Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.978.605 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

παλιός

0,04 sec.
παλιός old malnova viejo vieux vechi oud عجوز starý gammel alt vanha star vecchio 年取った 나이든 gammel stary velho старый gammal แก่ yaşlı già 老的
επίθ α / θ / ουδ παλιός, παλιά, παλιό [pa'ʎos, pa'ʎa, pa'ʎo]
1 που δεν είναι καινούριος vieux, vielle
παλιά ρούχα des vieux vêtements
2 προηγούμενος passé/-éeprécédent/-ente
η παλιά διεύθυνση l'ancienne adresse
3 που δεν είναι σύγχρονος ancien
παλιό σπίτι une ancienne maison
4 ξεπερασμένος rouillé/-éearrêté/-ée
παλιά παράδοση une tradition désuète
5 γνωστός vieux
παλιό αστείοκόλπο une vieille blague/astuce
επίρρ παλιά [pa'ʎa]
άλλοτε autrefoisjadis
Παλιά, πηγαίναμε παντού με τα πόδια. Autrefois, on se déplaçait à pied.
από πολύ παλιά depuis la nuit des temps


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.