| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.479.443 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πανεπιστημιακός |
0,01 sec. |
|
πανεπιστημιακός university επίθ α / θ / ουδ πανεπιστημιακός, πανεπιστημιακή, πανεπιστημιακό [panepistimia'kos, panepistimia'ci, panepistimia'ko] σχετικός με το πανεπιστήμιο universitaire £££πανεπιστημιακό δίπλωμα un diplôme universitaire πανεπιστημιακές σπουδές des études universitaires Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|