| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.119.979 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πανικός |
0,02 sec. |
|
πανικός panic, alarm panique, alarme إنذار, ذُعْر obava, panika alarm, panik Beunruhigung, Panik alarma, pánico paniikki, pelästys panika, uzbuna allarme, panico パニック, 恐怖 공포 alarm, paniek engstelse, panikk obawa, panika alarme, alerta, pânico паника, тревога oro, panik ความหวาดกลัวหรือวิตกกังวล, สัณญานเตือนภัย alarm, panik sự hoảng hốt, sự hoảng sợ 惊慌, 警报 ουσ α πανικός [pani'kos] συναίσθημα ανεξέλεγκτου τρόμου panique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|