| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.600.117 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παντελόνι |
0,06 sec. |
|
παντελόνι Hose, Unterhose pants, trousers, undershorts pantalono pantalón, calzón pantalon, slip calzoni, mutande, pantaloni بَنطلون kalhoty bukser housut, miesten alushousut gaće, hlače ズボン, パンツ 바지, 팬티 broek bukser kalesony, spodnie calças, cueca брюки, подштанники byxor, underbyxor กางเกง, กางเกงขายาว külot, pantolon quần 男人短衬裤, 裤子 ουδ ουσ παντελόνι, πανταλόνι [pande'loni, panda'loni] ρούχο που φοράμε από τα πόδια και κουμπώνει στη μέση pantalon Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|