| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.331.183 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παντογνώστης |
0,02 sec. |
|
παντογνώστης omniscient, know-all, know-it-all مدعى العلم بكل شيء rozumbrada bedrevidende person Besserwisser sabihondo kaikkitietävä monsieur je-sais-tout sveznalica saccente 知ったかぶりをする人 아는 체하는 사람 wijsneus bedreviter mądrala sabe tudo всезнайка besserwisser คนที่แกล้งทำเป็นรู้มากกว่าคนอื่น bilgiç người tự cho rằng mình biết mọi thứ 自以为无所不知的人 ουσ ουσ / α / θ παντογνώστης, παντογνώστρια [pando'ɣnostis, pandoɣ'nostria] που τα ξέρει όλα οmniscient; οmnisciente Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|