| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.302.723 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παντοδύναμος |
0,01 sec. |
|
παντοδύναμος almighty ĉiopova omnipotent, tout-puissant επίθ α / θ / ουδ παντοδύναμος, παντοδύναμη, παντοδύναμο [pando'ðinamos, pando'ðinami, pando'ðinamo] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|