| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.644.946 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
παντοδύναμος |
0,02 sec. |
|
|
παντοδύναμος almighty ĉiopova omnipotent, tout-puissant onnipotente всемогущий Almægtige
επίθ α / θ / ουδ παντοδύναμος, παντοδύναμη, παντοδύναμο [pando'ðinamos, pando'ðinami, pando'ðinamo] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|