Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.187.995 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

παντρεύω

0,03 sec.
παντρεύω heiraten marry marier sposare
ρ μετβ παντρεύω [pa'drevo]
1 ενώνω με γάμο ένα ζευγάρι marier
Ο δήμαρχος τους πάντρεψε σε πέντε λεπτά. Le maire les a mariés en cinq minutes.
2 (για κουμπάρο) είμαι μάρτυρας σε γάμο être témoin
Τους πάντρεψε ο αδερφός του. C'est son frère qui a été le témoin de leur mariage.
3 αποφασίζω για το γάμο του παιδιού μου marier
Την πάντρεψαν με γιατρό. On l'a mariée à un médecin.
ρ μεσοπαθ παντρεύομαι [pa'drevome]
παίρνω άντρα ή γυναίκα για σύζυγο se marier


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.