| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.646.011 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πανωφόρι |
0,01 sec. |
|
|
πανωφόρι coat, overcoat معطف svrchník overfrakke Mantel abrigo, gabán päällystakki pardessus ogrtač soprabito オーバー 외투 overjas frakk płaszcz sobretudo пальто överrock เสื้อโค้ทกันหนาว palto áo choàng 外套大衣, 外套 палто 外套 מעיל
ουσ ουδ πανωφόρι [pano'fori] το ρούχο που ρίχνουμε πάνω μας για να μην κρυώνουμε manteau Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|