| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.934.597 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παππούς |
0,01 sec. |
|
παππούς Großvater grandfather, maternal grandfather, paternal grandfather, granddad, grandpa abuelo grand-père, papy nagyapa föðurfaðir nonno お祖父さん, おじいちゃん, 祖父 할아버지 avus grootvader, opa dziadek, dziadunio дед, дедушка, дедуля farfar, morfar جد děda, dědeček bedstefar isoisä, vaari dida, djed bestefar avô, avozinho, vovô ตา, ปู่ ตา büyükbaba, dede ông 爷爷, 祖父 ουσ α παππούς (παππούδες [pa'puðes]) [pa'pus] 1 ο πατέρας ενός από τους γονείς σε σχέση με το παιδί grand-père; papy/papi Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|