| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.652.451 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
παράβαση |
0,01 sec. |
|
|
παράβαση contravention, infringement, violation, offence, transgression infraction التعدي naruszenia infracción Verletzung нарушение infrazione нарушение 侵权 侵權 protiprávní jednání overtrædelse 침해
ουσ θ παράβαση [pa'ravasi] μη τήρηση κανόνα, νόμου transgression; violation παράβαση διαταγών une transgression des ordres Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|