| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.642.486 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παράβαση |
0,03 sec. |
|
παράβαση contravention, infringement, violation, offence, transgression infraction ουσ θ παράβαση [pa'ravasi] μη τήρηση κανόνα, νόμου transgression; violation παράβαση διαταγών une transgression des ordres Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|