| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.277.726 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παράκαιρος |
0,02 sec. |
|
παράκαιρος inopportune επίθ α / θ / ουδ παράκαιρος, παράκαιρη, παράκαιρο [pa'raceros, pa'raceri, pa'racero] που γίνεται σε άσχετη στιγμή intempestif/-ive παράκαιρη απόφαση une décision intempestive Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|