Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.927.526 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

παράκαμψη

0,02 sec.
παράκαμψη detour, bypass تَحَوُّل, ممر جانبي oklika, okruh bypassoperation, omvej Umgehungsstraße, Umweg bypass, rodeo kiertotie, ohitustie détour, rocade obilaznica, zaobilaženje bypass, deviazione バイパス, 回り道 우회, 우회로 bypass, omleiding omkjøring, omvei bypass, objazd desvio, estrada de circunvalação, estrada de contorno обход, объезд förbifartsled, omväg เส้นทางอ้อม, ทางอ้อม çevre yolu, güzergah değiştirme đường vòng 旁路, 迂回路
ουσ θ παράκαμψη [pa'kampsi]
δρόμος ανοιγμένος για να λύσει κυκλοφοριακό πρόβλημα déviation


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.