| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.927.526 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παράκαμψη |
0,02 sec. |
|
παράκαμψη detour, bypass تَحَوُّل, ممر جانبي oklika, okruh bypassoperation, omvej Umgehungsstraße, Umweg bypass, rodeo kiertotie, ohitustie détour, rocade obilaznica, zaobilaženje bypass, deviazione バイパス, 回り道 우회, 우회로 bypass, omleiding omkjøring, omvei bypass, objazd desvio, estrada de circunvalação, estrada de contorno обход, объезд förbifartsled, omväg เส้นทางอ้อม, ทางอ้อม çevre yolu, güzergah değiştirme đường vòng 旁路, 迂回路 ουσ θ παράκαμψη [pa'kampsi] δρόμος ανοιγμένος για να λύσει κυκλοφοριακό πρόβλημα déviation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|