Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.892.999 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

παράλληλος
(προωθήθηκε από παράλληλη)

0,02 sec.
παράλληλος parallel متوازي rovnoběžný parallel parallel paralelo rinnakkainen parallèle paralelan parallelo 平行の 평행인 parallel parallell równoległy paralelo параллельный parallell ขนาน paralel song song 平行的
επίθ α / θ / ουδ παράλληλος, παράλληλη, παράλληλο [pa'ralilos, pa'ralili, pa'ralilo]
1 που έχει ίση απόσταση σε όλα τα σημεία parallèle
παράλληλες ευθείες des lignes parallèles
παράλληλοι δρόμοι des routes parallèles
2 αντίστοιχος parallèle
παράλληλες πορείες des cheminements parallèles
ουσ θ παράλληλος
παράλληλος δρόμος parallèle
η πρώτη παράλληλος la première route parallèle
οι παράλληλες Α και Β les parallèles A et B


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.