| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.569.653 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παράλληλος |
0,03 sec. |
|
παράλληλος parallel متوازي rovnoběžný parallel parallel paralelo rinnakkainen parallèle paralelan parallelo 平行の 평행인 parallel parallell równoległy paralelo параллельный parallell ขนาน paralel song song 平行的 επίθ α / θ / ουδ παράλληλος, παράλληλη, παράλληλο [pa'ralilos, pa'ralili, pa'ralilo] 1 που έχει ίση απόσταση σε όλα τα σημεία parallèle παράλληλες ευθείες des lignes parallèles παράλληλοι δρόμοι des routes parallèles 2 αντίστοιχος parallèle παράλληλες πορείες des cheminements parallèles Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|