| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.769.460 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παράνομος |
0,02 sec. |
|
παράνομος illegal, outlaw hors-la-loi, illégal, illicite ilegal غير قانونى nelegální illegal illegal ilegal laiton ilegalan illegale 不法な 불법의 illegaal ulovlig nielegalny ilegal незаконный olaglig ผิดกฏหมาย yasadışı bất hợp pháp 非法的 επίθ α / θ / ουδ παράνομος, παράνομη, παράνομο [pa'ranomos, pa'ranomi, pa'ranomo] αντίθετος από το νόμο illégal/-ale παράνομο εμπόρευμα une marchandise illégale παράνομη στάθμευση un stationnement illégal Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|