Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.244.234 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

παράνυμφος

0,03 sec.
παράνυμφος وصيفة العروس
παράνυμφος družička
παράνυμφος brudepige
παράνυμφος Brautjungfer
παράνυμφος bridesmaid
παράνυμφος dama de honor
παράνυμφος morsiusneito
παράνυμφος demoiselle d’honneur
παράνυμφος djeveruša
παράνυμφος damigella
παράνυμφος 新婦の付添い役
παράνυμφος 신부 들러리
παράνυμφος bruidsmeisje
παράνυμφος brudepike
παράνυμφος druhna
παράνυμφος dama de honor, dama de honra
παράνυμφος подружка невесты
παράνυμφος brudtärna
παράνυμφος เพื่อนเจ้าสาว
παράνυμφος nedime
παράνυμφος phù dâu
παράνυμφος 伴娘


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.