| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.351.364 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παράρτημα |
0,01 sec. |
|
παράρτημα annex, appendage, appendix annexe anexă ουσ ουδ παράρτημα [pa'rartima] 1 μέρος εξαρτώμενο από μεγαλύτερο annexe; succursale το παράρτημα εταιρείας la succursale d'une société 2 επιπλέον φύλλο εφημερίδας supplément (au journal) έκτακτο παράρτημα une édition spéciale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|