| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.660.438 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
παράταιρος |
0,02 sec. |
|
|
παράταιρος
επίθ α / θ / ουδ παράταιρος, παράταιρη, παράταιρο [pa'rateros, pa'rateri, pa'ratero] αταίριαστος dépareillé/-ée παράταιρο ζευγάρι un couple dépareillé Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|