| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.809.999.205 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παρέμβαση |
0,04 sec. |
|
παρέμβαση encroachment ουσ θ παρέμβαση [£££pa'remvasi] επέμβαση, ανάμειξη intervention Η παρέμβασή του ήταν θετική. Son intervention s'est révélée positive. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|