| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.633.465 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παραίτηση |
0,02 sec. |
|
παραίτηση Abdankung, Rückritt, Verzicht resignation abdikado, abdiko, rezigno abdication, démission, résignation ουσ θ παραίτηση [pa'retisi] 1 η εγκατάλειψη θέσης démission; désistement 2 το να μην απαιτεί κν κτ renoncement; abdication η παραίτηση από δικαιώματα le renoncement à ses droits Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|