| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.003.993 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παραβάτης |
0,01 sec. |
|
παραβάτης violator, offender ουσ α / θ παραβάτης, παραβάτιδα [para'vatis, para'vatiða] που κάνει παράβαση contrevenant; contrevenante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|