| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.403.977 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παραβιάζω |
0,01 sec. |
|
παραβιάζω breach, infringe, violate, burgle يَِسطُو vyloupit begå indbrud i einbrechen robar tehdä murtovarkaus cambrioler provaliti svaligiare 泥棒に入る 강도질하다 inbreken bryte (seg) inn włamać się assaltar совершать кражу со взломом göra inbrott บุกเข้ามาขโมยของ soymak ăn trộm 偷窃 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|