| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.597.551 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παραγωγή |
0,03 sec. |
|
παραγωγή Produktion production, output, yield produktado production إنتاج výroba produktion producción tuotanto proizvodnja produzione 生産 생산 productie produksjon produkcja produção производство tillverkning การผลิต üretim việc sản xuất 生产 ουσ θ παραγωγή [paraɣo'ʝi£££] 1 το να δημιουργείται κτ production; génération η παραγωγή σιταριού la production de blé η παραγωγή ρεύματος la génération de courant électrique 2 τα προϊόντα που παράγονται production η ετήσια παραγωγή la production annuelle 3 χρηματοδότηση εκπομπής ή έργου production η παραγωγή ενός έργου la production d'un film 4 η δημιουργία νέων λέξεων από άλλες dérivation η παραγωγή των λέξεων la dérivation des mots Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|