| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.668.285 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
παραγωγή |
0,01 sec. |
|
|
παραγωγή Produktion production, output, yield produktado production إنتاج výroba produktion producción tuotanto proizvodnja produzione 生産 생산 productie produksjon produkcja produção производство tillverkning การผลิต üretim việc sản xuất 生产 производство 生產
ουσ θ παραγωγή [paraɣo'ʝi£££] 1 το να δημιουργείται κτ production; génération η παραγωγή σιταριού la production de blé η παραγωγή ρεύματος la génération de courant électrique 2 τα προϊόντα που παράγονται production η ετήσια παραγωγή la production annuelle 3 χρηματοδότηση εκπομπής ή έργου production η παραγωγή ενός έργου la production d'un film 4 η δημιουργία νέων λέξεων από άλλες dérivation η παραγωγή των λέξεων la dérivation des mots Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|