| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.101.085 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παραγωγός |
0,04 sec. |
|
παραγωγός producer producteur مُنتِج producent producer Hersteller productor tuottaja proizvođač produttore プロデューサー 생산자 producer produsent producent produtor производитель producent ผู้ผลิต üretici người sản xuất 生产者 ουσ α/θ παραγωγός [paraɣo'ɣos] 1 που παράγει κπ προϊόν producteur; productrice παραγωγός σταφίδας un producteur de raisins secs 2 πρόσωπο που χρηματοδοτεί κινηματογραφικό έργο producteur ο παραγωγός ενός έργου le producteur d'un film Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|