| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.940.174 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παραδέχομαι |
0,02 sec. |
|
παραδέχομαι admettre, reconnaître recunoaşte accept, admit يُقِر přiznat indrømme zugeben admitir myöntää priznati ammettere 認める 시인하다 toegeven innrømme przyznać się (do czegoś) admitir признавать erkänna สารภาพ kabul etmek thú nhận 承认 ρ μετβ παραδέχομαι [para'ðexome] 2 ομολογώ admettre παραδέχομαι το σφάλμα μου admettre son erreur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|