| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.675.543 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
παραθυρόφυλλο |
0,01 sec. |
|
|
παραθυρόφυλλο shutter, blind ستارة النافذة roleta blind Rollo persiana rullakaihdin store roleta avvolgibile ブラインド 블라인드 rolgordijn rullegardin żaluzja estore de correr, veneziana штора rullgardin ตาบอด jaluzi mành cửa 软百叶窗
ουσ ουδ παραθυρόφυλλο [paraθi'rofilo] το εξωτερικό μέρος του παραθύρου που εμποδίζει το φως να μπει μέσα volet Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|