| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.755.027.335 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παραιτούμαι |
0,03 sec. |
|
παραιτούμαι resign, waive, leave démissionner, se résigner abdicar, dimitir يَستقيل rezignovat træde tilbage zurücktreten von erota dati ostavku dimettersi 辞職する 사임하다 berusten in trekke seg zrzec się demitir-se, resignar-se уходить в отставку avgå ลาออก istifa etmek từ chức 辞职 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|