| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.504.806.401 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παραιτούμαι |
0,06 sec. |
|
παραιτούμαι resign, waive, leave démissionner, se résigner abdicar ρ μεσοπαθ παραιτούμαι [pare'tume] 1 εγκαταλείπω μια θέση παραιτούμαι από τη θέση μου 2 αφήνομαι Παραιτήθηκε από κάθε προσπάθεια. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|