| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.598.089 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παρακατιανός |
0,01 sec. |
|
παρακατιανός inferior, second rate επίθ α / θ / ουδ παρακατιανός, παρακατιανή, παρακατιανό [parakatça'nos, parakatça'ni, parakatça'no] 1 κατώτερης ποιότητας de qualité inférieure 2 χαμηλού κοινωνικού στρώματος modeste παρακατιανής καταγωγής d'une origine sensiblement modeste Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|