| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.849.287 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παρακοιμάμαι |
0,03 sec. |
|
παρακοιμάμαι يتأَخر في النوم في الصباح, يَستغَرق في النوم παρακοιμάμαι přispat (si), zaspat παρακοιμάμαι sove længe, sove over sig παρακοιμάμαι ausschlafen, verschlafen παρακοιμάμαι quedarse dormido, quedarse en la cama παρακοιμάμαι nukkua liian kauan, nukkua pitkään παρακοιμάμαι faire la grasse matinée, se réveiller trop tard παρακοιμάμαι izležavati se, zaspati παρακοιμάμαι dormire fino a tardi, restare addormentato παρακοιμάμαι 寝過ごす παρακοιμάμαι 너무 자다, 늦잠 자다 παρακοιμάμαι forsove (seg), sove lenge παρακοιμάμαι zaspać παρακοιμάμαι dormir além da hora, dormir até mais tarde παρακοιμάμαι проспать, спать дольше обычного παρακοιμάμαι försova (sig), ha sovmorgon παρακοιμάμαι นอนเกินเวลา, นอนนานกว่าปรกติ παρακοιμάμαι uyuyakalmak παρακοιμάμαι ngủ quá giấc, ngủ thêm Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|