Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.932.852 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

παρακολουθώ

0,02 sec.
παρακολουθώ attend, follow, watch, monitor يُشاهِد pozorovat se beobachten mirar katsella regarder gledati guardare じっと見る (...을) 지켜보다 bekijken iaktta obejrzeć ver смотреть betrakta เฝ้าดู gözetlemek theo dõi 观看
ρ μετβ παρακολουθώ [parakolu'θo]
1 είμαι θεατής ή ακροατής suivre
παρακολουθώ μία παράσταση suivre un spectacle
2 ακολουθώ κπ χωρίς αυτός να το ξέρει surveiller
παρακολουθώ τις κινήσεις κάποιου surveiller les mouvements de qqn
3 είμαι ενήμερος suivre
παρακολουθώ τις εξελίξεις suivre l'évolution
4 επιβλέπω suivre
Ο γιατρός παρακολουθεί τον ασθενή. Le médecin suit son patient.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.