| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.671.041 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παρακολουθώ |
0,02 sec. |
|
παρακολουθώ attend, follow, watch, monitor يُشاهِد pozorovat se beobachten mirar katsella regarder gledati guardare じっと見る (...을) 지켜보다 bekijken iaktta obejrzeć ver смотреть betrakta เฝ้าดู gözetlemek theo dõi 观看 ρ μετβ παρακολουθώ [parakolu'θo] 2 ακολουθώ κπ χωρίς αυτός να το ξέρει surveiller παρακολουθώ τις κινήσεις κάποιου surveiller les mouvements de qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|