| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.924.009 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παρακολούθηση |
0,02 sec. |
|
παρακολούθηση following, observation ουσ θ παρακολούθηση [parako'luθisi] 1 το να ακολουθώ κπ χωρίς αυτός να το ξέρει surveillance Είναι σε στενή παρακολούθηση. Ιl est sous haute surveillance. τηλεφωνική παρακολούθηση la surveillance des communications téléphoniques 2 η επιτήρηση suivi η ιατρική παρακολούθηση le suivi médical Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|