| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.942.440 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παραμόρφωση |
0,01 sec. |
|
παραμόρφωση deformity ουσ θ παραμόρφωση [para'morfosi] αλλαγή στη μορφή déformation η παραμόρφωση του σώματος la déformation du corps Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|