Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.691.987 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

παραπέμπω

0,01 sec.
παραπέμπω refer déférer, renvoyer, référer يُشير إلى zmínit (se) referere til sprechen von remitir viitata johonkin uputiti na indirizzare 口に出す 언급하다 verwijzen referere odnieść się referir, Consulte направлять hänvisa อ้างอิง söz etmek nhắc đến 提交 עיין
ρ μετβ παραπέμπω [para'pembo]
1 στέλνω αλλού (r)envoyer
παραπέμπω κπ σε αρμόδια υπηρεσία envoyer qqn au service compétent
2 αναφέρομαι, κάνω παραπομπή renvoyer
Οι απόψεις σου μας παραπέμπουν στο Μεσαίωνα. Tes convictions nous renvoient au Moyen Âge.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.