| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.692.789 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
παραπλανητικός |
0,01 sec. |
|
|
παραπλανητικός deceptive, misleading مُضَلِل zavádějící vildledende irreführend engañoso, engañosa harhaanjohtava trompeur obmanut fuorviante 誤解を招く 오도하는 misleidend villedende bałamutny enganoso, enganosa вводящий в заблуждение vilseledande ซึ่งทำให้เข้าใจผิด yanıltıcı sai lạc 令人误解的, 误导 誤導 מטעה
επίθ α / θ / ουδ παραπλανητικός, παραπλανητική, παραπλανητικό [paraplaniti'kos, paraplaniti'ci, paraplaniti'ko] που οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα trompeur/-eusedéroutant/-ante παραπλανητικές πληροφορίες des renseignements trompeurs Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|