| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.608.672 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παρασκεύασμα |
0,01 sec. |
|
παρασκεύασμα ουσ ουδ παρασκεύασμα [§§§§para'scevazma] μείγμα préparation; fabrication φαρμακευτικό παρασκεύασμα une préparation pharmaceutique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|