| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.200.659 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παρασύρω |
0,02 sec. |
|
παρασύρω entraîner, embringuer entice, rope in يَستَعين بمساعدة شخص ما zatáhnout do indfange hineinziehen amarrar houkutella tekemään jotain predobiti coinvolgere 人を誘い込む 밧줄을 치다 omheinen kapre otoczyć kordonem persuadir вовлекать inhägna ชักชวนให้เข้าร่วม inandırmak lôi kéo 用绳圈起来 μετβ ρ παρασύρω, παρασέρνω [para'siro, para'serno] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|