| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.438.698 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παρατάω |
0,04 sec. |
|
παρατάω abandonner, arrêter abandon, leave, quit يُقَلِع عن přestat droppe aufgeben dejar lopettaa prestati lasciare やめる ...을 그만두다 ophouden met slutte (med) zrezygnować deixar покидать sluta เลิก bırakmak bỏ 离开 ρμετβ παρατάω, παρατώ [para'tao, para'to] εγκαταλείπω abandonnerquitter Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|