| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.699.241 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
παρατραβηγμένος |
0,01 sec. |
|
|
παρατραβηγμένος far-fetched, overdrawn παρατραβηγμένος مبالغ فيه παρατραβηγμένος přečerpaný παρατραβηγμένος overtrukket παρατραβηγμένος überzogen παρατραβηγμένος descubierto παρατραβηγμένος ylitetty παρατραβηγμένος à découvert παρατραβηγμένος u minusu παρατραβηγμένος scoperto παρατραβηγμένος 当座借越しをした παρατραβηγμένος 차월한 παρατραβηγμένος over de limiet παρατραβηγμένος overtrukket παρατραβηγμένος o przekroczonym stanie konta παρατραβηγμένος com saldo negativo παρατραβηγμένος превышенный παρατραβηγμένος övertrasserad παρατραβηγμένος ถอนเงินเกิน παρατραβηγμένος hesabından fazla para çekmiş παρατραβηγμένος chi trội παρατραβηγμένος 透支的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|