| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.356.322 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παρεκτρέπομαι |
0,04 sec. |
|
παρεκτρέπομαι يُسيِء التصرف zachovat (se) špatně være uartig schlecht benehmen (sich) misbehave portarse mal käyttäytyä huonosti se conduire mal ružno se ponašati comportarsi male 不正を働く 나쁜 짓을 하다 misdragen oppføre (seg) dårlig źle się zachować comportar-se mal, portar-se mal плохо вести себя uppföra sig illa ประพฤติตัวไม่เหมาะสม yaramazlık etmek cư xử hỗn 行为不端 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|