| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.515.037 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παρηγορητικός |
0,01 sec. |
|
παρηγορητικός επίθ α / θ / ουδ παρηγορητικός, παρηγορητική, παρηγορητικό [parioriti'kos, pariɣoriti'ci, pariɣoriti'ko] που προσφέρει παρηγοριά consolant/-antede consolation παρηγορητικά λόγια des paroles consolantes Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|