| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.999.986 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παριστάνω |
0,01 sec. |
|
παριστάνω play, represent, affect, impersonate ρ μετβ παριστάνω [pari'stano] 1 κάνω σαν να είμαι faire παριστάνω το βλάκα faire l'imbécile 2 απεικονίζω représenter Τι παριστάνει £££αυτό το άγαλμα; Qu'est-ce que représente cette statue ?£££ Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|