| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.300.239 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παρκάρω |
0,04 sec. |
|
παρκάρω garer, se garer يَركِن سيارة zaparkovat parkere parken park aparcar, estacionar pysäköidä parkirati parcheggiare 駐車する 주차하다 parkeren parkere zaparkować estacionar парковать(ся) parkera จอด park etmek đỗ xe 停泊车辆 ρ μετβ παρκάρω [par'karo] αφήνω όχημα σε κπ σημείο garerstationner ρ αμετβ παρκάρω κάνω ό,τι είναι απαραίτητο για να αφήσω όχημα σε κπ σημείο se garerstationner Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|