| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.707.738 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
παρμπρίζ |
0,01 sec. |
|
|
παρμπρίζ windshield, windscreen pare-brise حاجب الريح čelní sklo forrude Windschutzscheibe parabrisas tuulilasi prednje staklo parabrezza フロントガラス 앞유리 voorruit frontrute przednia szyba pára-brisa, pára-brisas лобовое стекло vindruta กระจกหน้ารถ ön cam kính chắn gió 风挡玻璃, 挡风玻璃 擋風玻璃 השמשה
ουσ ουδ άκλ παρμπρίζ [par'briz] το μπροστινό τζάμι του αυτοκινήτου pare-brise Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|