| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.261.381 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παροδικός |
0,02 sec. |
|
παροδικός επίθ α / θ / ουδ παροδικός, παροδική, παροδικό [paroði'kos, paroði'ci, paroði'ko] που δεν είναι μόνιμος passager/-ère παροδική κακοκαιρία un mauvais temps passager Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|