| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.759.441 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παρουσία |
0,02 sec. |
|
παρουσία presence, attendance présence الحاضرين, حضور přítomnost, účast deltagelse, nærværelse Anwesenheit asistencia, presencia läsnäolo prisutnost partecipazione, presenza 出席, 存在 존재, 출석 aanwezigheid fremmøte, tilstedeværelse obecność comparecimento, presença присутствие närvaro การเข้าชั้นเรียน, การอยู่ในสถานที่หนึ่ง katılım, varlık sự có mặt, sự tham dự 出席 ουσ θ παρουσία [paru'sia] 1 το να είναι κν παρών présence Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|