| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.021.036 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παροχή |
0,01 sec. |
|
παροχή provision, flow, supply إمداد zásobování forsyning Lieferung suministro tavaran toimitus fournir opskrba fornitura 供給 공급 voorraad forsyning zaopatrzenie fornecimento снабжение leverans สิ่งที่จัดหาให้ malzeme temin etme sự cung cấp 供应 ουσ θ παροχή [paro'çi] 1 προσφορά fourniture παροχή υπηρεσιών la fourniture de services Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|